Греческо-русский / Русско-греческий онлайн словарь. около 60000 слов.
Ηλεκτρονικό ελληνορωσικό λεξικό.




Вы можете добавить новое слово в словарь

новое слово:

перевод:



новые слова в словаре (7 последних):

προγιαγιά
прабабушка
ρεύμα μετατόπισης
физ. ток смещения
ηλεκτρικό δυναμικό
электростатический потенциал
χαϊδευτικά
нежно, ласково
τσιμπιδάκι
1) пинцет; 2) заколка (для волос).
ραβδάκι
палочка
αντηλιακός
солнцезащитный
одиннадцать случайных словарных статьи:

αποστρογγυλώνω
округлять, закруглять (углы и т. п.)

μακρήγορος
многословный; пространный, растянутый (о речи)

ενδωτοσκόπιον
τό мед. отоскоп

ψυχοπαθολογία
η психопатология

όρθρος
ο 1) заутреня;
; 2) рассвет, раннее утро

ιππόδρομος
ο ипподром

αλληλοβοήθεια
η взаимопомощь;
            ταμείο ~ς — касса взаимопомощи

δυσπεψία
η мед. диспепсия

ανθρωπάκος
ο 1) человечек;
; 2) ничтожество;
; 3) добряк

μυρρωνικός
мирровый, относящийся к мирре; содержащий мирру

θρυλικός
легендарный, прославленный, славный



αα
ββ
γγ
δδ
εε
ζζ
ηη
θθ
ιι
κκ
λλ
μμ
νν
ξξ
οο
ππ
ρρ
ςς
σσ
ττ
υυ
φφ
χχ
ψψ
ωω
clear


αδιάδοχος, φροντιστηριακός, καμώματα, καμπυλογράφος, χήρεψη, πανθεϊσμός, ξεστράβωμα, γκιούλαϊ, αδημιούργητος, εκρωσισμός, παραμέληση, προσονομύζω, στραβολαίμης, κρυπτογραφώ, μαστροπεύω, μισθολόγηση, αλληλοεξόντωση, επόπτευση, κατόρθωμα, επανεξάγω, δορυφορικός, επικρατών, διοίκηση, ασώματος, ρητώς, αβδέλλα, ανεξάρτητα, βολβώδης, γούρλωμα, επόχλευση, μεγέθυνση, αντιπέραθε, αντλοσίφων, παράκαιρος, αδιάθερμος, χοντρο-, διασφήνωση, άχτιστος, ανακυλώ, αποχαλινώνω, βρώμι, ανεμόμυλος, γενεαλογούμαι, ευάρμοστος, παλαίβω, κακοτυχίζω, άγυρτος, ζωμοδόχος, ροιά, επιδεξιότητα, καψάθρα, αλώβητος, σπηλαιόβιος, παστερισμός, πυογενής, ακόρδωτα, αντιμετωπίζω, νταραβερτζής, μονιάς, τετραπλασιάζω, αγγελουδάκι, νεοσσός, λαντώ, πορτάρω, επαγγέλλομαι, ακαταμέτρητος, ατροφώ, αλληλεπαγωγή, ανεμόσκαλα, φιλέκδικος, ενδοποράσιτα, δαρμένος, κύμνο, πολυύμνητος, πουτάνα, άκοπος, διάζωμα, ξεκοτσάρισμα, γέμος, σουρομαδάω, μεταχειρισμένος, κουκκί, βαμβακερός, ανάπαιστος, γαιούχος, ρικνός, αρθριτισμός, ευεργεσία, αγνωστικισμός, έκζεμα, εξελκώ, επιχειρώ, ψυχόπιττα, ισότητα, εύκαμπτος, αγριάπιδο, ακατέβατα, επευφήμησις, ών, συνεδρία, ομοιοθερμία, λοξοκοιτάζω, ξυστρίζω, νερουλιασμένος, καταχαλνώ, τρέπω, λεπριώ, νεροκουβαλητής, θράκιος, καπνιστής, συκωταριά, οψοθήκη, ευκτήριος, ριγέ, σκοταδιάζω, διήθημα, δεκατρείς, μετεωρίζω, μαλαθράκι, εκρέμασα, ηχοληψία, λεπτό, συμπράττω, σπαυδαιοφανής, αδρανώ, πυριτιδοποιείο, σπιρούνι, τυφλός, αναψυκτικός, μετενσαρκώνω, ξαναδυναμώνω, παλινόρθωση, κατατρυπιέμαι, γκελ, παρομοιώνω, χάραξ, μυστικοσυμβούλιο, ζυγιστικά, κοινολογώ, ελαιοδοχείον, αβανταδόρισσα, μικροφιλότιμος, λέπρα, χειλάς, υφαιρώ, παλιώνω, ξηροδερμία, καλοθυμάμαι, καταληπτός, ανάσβολα, επιστέφω, απαρηγόρητος, αραιότητα, ταραντέλλα, γλωσσομιξία, ψωμοζήτημα, υποχρεωμένος, ρυπαρογραφώ, αεροδέρνω, κάλπης, διαμετρώ, μαρμάρινος, οψοφυλάκιο, σκάμμα, ανακλητήριος, επιφέρω, εθνικιστικός, αργία, γραιγολεβάντης, ιωδοφόρμιο, ρεμπέλεμα, στουπωτός, ψυχολατρία, έγκριση, υπαρκτός, προρρηθείς, γαλλιστί, πραγματοποίηση, χειρομαλάζω, δίκαση, σπάταλος, ξεσπάνω, αλληλοκαταγγέλλομαι, ψιλολογώ, σταλιδώνω, τελεσφόρος, εύχρους, ξανθογένειος, εμπνευστής, υπερπήδηση, βιβλιογνώστρια, ξάζω, ισχυρογνωμοσύνη, αιμωδιάζω, τραβώ, γοή, αμφιετηρίδα, τείχος, γονατιστός, γρύ, απλειστηρίαστος, πλυντήριος, ωσμόμετρο, ευλογνοκομμένος, αραχνούφής, οπή, κράτυσμα






    Яндекс.Метрика
    греческий словарь 2009-2012 ©LingvoKit