Греческий словарь: παγόβουνο

παγόβουνο, το
ледяная гора, айсберг

---

Παγόβουνο χαρακτηρίζεται όγκος πάγου που αποσπάται από τους πολικούς κρυσταλλώνες ή από τους παγετώνες και επιπλέει στη θάλασσα.

падеж ед.ч. мн.ч.
Им.п. παγόβουνο παγόβουνα
Р.п. παγόβουνου παγόβουνων
В.п. παγόβουνο παγόβουνα
Зв.п. παγόβουνο παγόβουνα

 

LingvoKit © 2007-2016 greeklanguage.ru

Греческий словарь: φέτα

φέτα, η
1) ломтик;
2) вид мягкого белого сыра

падеж ед.ч. мн.ч.
Им.п. φέτα φέτες
Р.п. φέτας φετών
В.п. φέτα φέτες
Зв.п. φέτα φέτες

 

LingvoKit © 2007-2016 greeklanguage.ru

греческий словарь: ψαλίδι

ψαλίδι, το
1) ножницы;
2) стропило;
——
            εχει καλό ~ — он хороший закройщик;
            ~ πάει η γλωσσά του — язык у него без костей;
            δουλεύει ~ πού πάει καπνός — (цензура) кромсает - аж дым идёт

Το ψαλίδι είναι χειροκίνητο εργαλείο, που χρησιμοποιείται για την κοπή μαλακών εύκαμπτων υλικών. Η συνήθης κατασκευή του αποτελείται από δύο κινητά σιδερένια ή ατσάλινα σκέλη, τα οποία είναι ενωμένα περίπου στο μέσο τους με ένα σταθερό σύνδεσμο. Στα πίσω άκρα των δύο σκελών υπάρχουν λαβές για σταθερότερο χειρισμό του ψαλιδιού, ενώ το μπροστά και εσωτερικό μέρος τους είναι διαμορφωμένο σε λεπίδες λίγο έως μέτρια ακονισμένες. Το ψαλίδι είναι διπλός μοχλός πρώτου τύπου.

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαλίδι ψαλίδια
γενική ψαλιδιού ψαλιδιών
αιτιατική ψαλίδι ψαλίδια
κλητική ψαλίδι ψαλίδια

 

LingvoKit © 2007-2016 greeklanguage.ru

Греческий словарь: Ελικόπτερο

ελικόπτερο, το
вертолёт, геликоптер

падеж ед.ч. мн.ч.
Им.п. ελικόπτερο ελικόπτερα
Р.п. ελικοπτέρου ελικοπτέρων
В.п. ελικόπτερο ελικόπτερα
Зв.п. ελικόπτερο ελικόπτερα

---

Ελικόπτερο (έλιξ + πτερόν) ονομάζεται το αεροσκάφος το οποίο, για την ανύψωσή του από το έδαφος και τη διατήρησή του σε πτήση, χρησιμοποιεί ένα ή περισσότερα οριζόντια (ή σχεδόν οριζόντια) στροφεία (έλικες). Οι κύριες διαφορές του από το αεροπλάνο είναι ότι αφ' ενός το μέσο που παρέχει την άντωση είναι κινούμενο (τα πτερύγια του στροφείου), σε αντίθεση με το αεροπλάνο που έχει σταθερά πτερύγια, και αφ' ετέρου ότι για την ανύψωσή και πτήση του δεν απαιτείται οριζόντια κίνηση, όπως στην πλειονότητα των αεροπλάνων. Έχει, επίσης τη δυνατότητα να κινείται προς κάθε κατεύθυνση, σε αντίθεση με το αεροπλάνο που κινείται μόνο προς τα εμπρός, και ακόμα μπορεί να αιωρείται (σχεδόν) ακίνητο στον αέρα. Οι ιδιότητές του αυτές το καθιστούν αναντικατάστατο ως μέσο εναέριας μεταφοράς σε περιορισμένους χώρους όπου η δυνατότητα ελιγμών είναι μικρή, ή σε απομακρυσμένους τόπους όπου η κατασκευή αεροδρομίων δεν είναι εφικτή.
 

LingvoKit © 2007-2016 greeklanguage.ru

λίθος, ο

λίθος, ο

1. камень (тж. мед.);
➖ ~ πειραϊκός — туф;
➖ ~ αργός — каменная глыба;
➖ (πολύτιμος) ~ — драгоценный камень;
➖ θεμέλιος ~ — фундаментный камень;
➖ ακρογωνιαίος ~ — прям., перен. краеугольный камень;

——
➖ δεν έμεινε ~ επί ~ου — камня на камне не оставил;
➖ κινώ πάντα ~ον — пускать в ход все средства;

2. (ή) ;
➖ ηρακλεία ~ — магнит;
➖ ~ καυστική — едкий калий;
➖ ~ κυανούς — медный купорос;
➖ ~ τής κολάσεως — ляпис;
➖ φιλοσοφική ~ — философский камень;
➖ λυδία ~ — пробный камень

#греческий словарь
переводы с персидского языка, литовский словарь, шведско-русский словарь,




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit