επιπλωμέν|ος

формы словаβ
επιπλωμέν|ος
меблированный;
          ~ο δωμάτιο — меблированная комната



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово меблированный? — επιπλωμένος
как с (ново)греческого переводится слово επιπλωμένος? — меблированный


μικροσκόπησηασυμμέτρωςσημιτζήςαδιάντροποςξενοφανήςκυματογράφοςπαρατηρητήριοκατασκηνώνωμεγαλόσωμοςχουβαρντόπαιδοζαβλακομάρααυτοακρωτηριάζομαιξεποδαριασμένοςφαρμακοτέχνηςφόρμααμβλύτηταχάλασαελαφροποινίτισσαξεράδιπατραλοίαςσυμπεραίνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit