ηλεκτρεγερτικός

формы словаβ
ηλεκτρεγερτικός
электродвижущий;
          ~ή δύναμη — электродвижущая сила



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово электродвижущий? — ηλεκτρεγερτικός
как с (ново)греческого переводится слово ηλεκτρεγερτικός? — электродвижущий


άσκεφτοςτεχνοκρατίααναιρώραβδωτόςσυνεννοούμαιάδραγμακοκκινοπίπεροκοσπεντάρικοφραγμένασασμόςεξομολογητικόςβηματιαίοςαχυρόστρωμαπροσωπογραφικόςκυρώνωξανα-ψυχοδραματικόςξεντέρισμαγκεζερζωασημαντολόγοςμύρο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit