οργανοληπτικός

формы словаβ
οργανοληπτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οργανοληπτικός? —


ορεινόςδεκαεφτάχρονοςαμφοτερίζωεπιζωοτίααξίωσηδιαλευκαίνωεπιδειξιμανίααδελφοπαίδιαντιπέρακαπιταλάκιαποκαρωμένοςσκιοφιλίαίσιοςκελλιώτηςδενδρόλιθοςπροσχέδιοΤσικνοπέμπτηπαραδεδεγμένοςφιλοδώρημαβόθριονουρανοθέμελος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit