επέβην

формы словаβ
επέβην
αόρ. от επιβαίνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επέβην? —


συδυόαλαμπίααπροσαγόρευτοςλογουχάρηανδριαντοποιίαασπροσίταροεπανέλεγχοςεκούσιοςανυφαίνωφούσκωμαανασύνθεσηαναδασωτέοςχρυσοστολίζωελικοφόροςορατότηταγκόρτσιβρισίδιέκρυσηγαλίφηςειρηνοδίκηςποδηλατιστής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit