χιονοθλασία

формы словаβ
χιονοθλασία
η (спец.) снеголом



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово снеголом? — χιονοθλασία
как с (ново)греческого переводится слово χιονοθλασία? — снеголом


ασυναρτήτωςδίςαρνίοβρακοζώνααρρίνιστοςοδομαχίαδιατοιχώδιάμηκεςανθρωποειδήςμεσοχωρίτηςβραχύκαννοςαγγειολογίαραστώνησκληραγωγημένοςαποπολλήςκαύχησηεπανεμφανίζομαιαντιστικτικόςτροπαιοφόροςαποχτενίδιαακαμάτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit