ενόψει

формы словаβ
ενόψει



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενόψει? —


ζυθοπώληςλεμόνιφάβαάκακαελαιοπωλείονξενητεύομαιαιτιολογημένοςμονοπρόσωποςχτενισιάδιεκφεύγωασβεστολιθικόςσουρμέςέπλευσαμπόμπιραςκατοπτροποιίααχυραμιάκοιτωνίτηςτοπογράφοςόρσε!ορθολογισμόςευρωτίαση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit