οξειδοαναγωγή

формы словаβ
οξειδοαναγωγή



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οξειδοαναγωγή? —


ναυπηγικόςχαλκουργίαανεκπαίδευτοςνεοκύτταροκαρέλισκοτωμένοςκακοθανασίακαρδιοτονωτικόςαυτοκολασμόςξαλλάσσωεβενουργικήψήνωδιάτρητοςδόγισσαεπικαρπούμαισυμβάλλωνπροπέρσινοςπρωτευουσιάναπρόρρησηελειογενήςταλαντεύω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit