σταυροθόλιο

формы словаβ
σταυροθόλιο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σταυροθόλιο? —


κραδαντήρευρύχωροςΙταλίδαέκβρασηανεπίπληκτοςαμέθοδονσκατομαζώχτραστορεστήςπνιγηρόςγοδέρωμπαρμπαλιάςαποστάτριαπολιοκόριτσοβαρύηχοςκοινοκτημοσύνηενδιάμεσοσακκούλιντροπιαστικάτουρκοπούλααρτυμήάθρησκος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit