τοπογραφικός

формы словаβ
τοπογραφικός
топографический;
          ~ή οργάνωση — топографическая привязка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово топографический? — τοπογραφικός
как с (ново)греческого переводится слово τοπογραφικός? — топографический


μεσογειακόςαποτελειωμόςπλάτυσμαανειδοποίηταξυλέμποραςεναλλάξαποτεφρώνωβολτετζάρωσκόπελοςαλειτουργησίαμετιοπίαςφλορίνιενηλικιούμαιασώματοςλέγομαιιστιούχοςχουμώχρησιμοποιώαποδοκιμαστέοςγιαουρτοπόλεμοςκαταχρεώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit