ασταχοφόρ|ος

формы словаβ
ασταχοφόρ|ος
:
          ασταχοφόρα αυγή — занимающаяся заря



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασταχοφόρος? —


καράολοςπνευμοκονίασηάγροικοςγαργάλισμόςσπληνιάζωσελήνιονΦώτιοςπλεκτάνηαλευριάεκτρέχωειδησεογραφικόςσυγκεκριμενοποιώξεκαλούπωμαμονοατομικόςπρασινίλααγκαλάκελαρυστόςγενικήσκονάκικοραλένιοςτσαγκάρης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit