σλαυολόγ|ος

формы словаβ
σλαυολόγ|ος
ο, η славист



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово славист? — σλαυολόγος
как с (ново)греческого переводится слово σλαυολόγος? — славист


αλειμματένιοςαπροσχημάτιστοςδικαιολογίααντίλαμπροαστεροειδώςψίτήρθηνδιοφθαλμικόςμετρικάσταδιομέτρησηυποψίαεπαινετικόςξενοιασιάεπαχθήςχουμικόςχεροπόδαραφελλιάζωπυρογραφικόςμπηχτόςξενογαμίαμοντεράτο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit