συρρικνώνω

формы словаβ
συρρικνώνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συρρικνώνω? —


μιλλι-βόλταγροικησιάψαρικόςαναμπαίχτραραιβοσκελήςξαναμμένοςβασιλοκόλακαςεμψύχωσηψυχαλήθραμπρούμυτοςπενταετίαμεσόροφοςολιγοσαρκίααλήτηςεγκαθιδρύωδεξιόχειραςφίστουλαςφαρυγγισμόςπρίγκιψαστυφιλίαπολλαπλότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit