ενέπρησα

формы словаβ
ενέπρησα
αόρ. от εμπίμπρημι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενέπρησα? —


ευερέθιστοςπαμψηφείλοφίονπλαναισθησίααναμεστώνωκροκένεογνόαδόντιαστοςκασσιτερούχοςυποσκελίζωπροφτάνωδεισιδαίμωνθερσίτειοςκελαϊδιστόςζιγκολέταμηλιγγόνιλυσσιάρικοςλιονοτρεμούλααβαρίααποκρουστήραςτέντζερες




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit