επικονιάζω

формы словаβ
επικονιάζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επικονιάζω? —


καταπτοημένοςδεξιόςβλακόμουτρομαρτυρώμονόλογοςεμορφάδακολποσκόπησηδακρυρρόηκαρδιοπαθήςμίσθωμαεύγεδεξήςαντηχώκαταποντίζωγεννοβολιάαντεράκιδεδικασμένοςσυντρίμμιξιδρώνωονομαστικόςφετιχολάτρης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit