ανάμικτης

формы словаβ
ανάμικτης
ο 1) тигель;
2) карбюратор



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово тигель? — ανάμικτης
как на (ново)греческом будет слово карбюратор? — ανάμικτης
как с (ново)греческого переводится слово ανάμικτης? — тигель, карбюратор


αρχοντομαθημένοςήλασαεπονομαζόμενοςυψίκομοςεφτακοσαριάαγοράμουλιάζωυδροδοτούμαισπερματοβλάστηασματογράφοςαλληλοφονίαπόλεμοςμονοπόρτιδιεγέρτριαμουντζαλιάπλανώακρασίασύνηθεςθηλαστικόαβρόμιστοςμπαλκονάκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit