χειρότερο

формы словаβ
χειρότερο
το 1. худшее;
          ο άρρωστος πάει στό ~ — [phrase]больному всё хуже и хуже[/phrase];
          τόσο τό ~ — [phrase]тем хуже[/phrase];
          τό ~ — [phrase]хуже всего, самое худшее[/phrase];
          τό ~ απ' όλα είναι ότι... — [phrase]хуже всего то(__,__) что...[/phrase];

2. :

===
          οποίος δε 'δει τά ~α δέ θυμάται τά καλύτερα — посл. [phrase]тот, кто не изведал плохого, не оценит и хорошее[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово худшее? — χειρότερο
как с (ново)греческого переводится слово χειρότερο? — худшее


λαουτάρηςνείδιχρησμολόγοςκοντούτσικοςβάρβαρααντώνυμοςπαράωραβρόχινοςτηλέφωνομακιγιάρομαιμεταφέρομαιεδαφιαίοςενθαρρυντικόςάθλιααλατόπαστοςπόντισμαίστημιπαρωχημένοςυπήχθηντραβεστίπροϊδεαστικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit