πόντζα

формы словаβ
πόντζα
:
          πόντζα! — мор. [phrase]по ветру! [/phrase] (команда)



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πόντζα? —


αταίριαστοςαποκόμισηαεραντλίααπάλυνσηοδοντίνηελατόπισσασυνοριοφύλακαςξεθολώνωπλατύτηταβαλβίδακαπιτάλαπροικοσύμφωνοεξασθένωσιςζερνίκιπολυκόμματοςατσάλινοςγειτονιάζωπλόϊμοςστωϊκισμόςκαλοδουλεμένοςυψηλός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit