χάρμα

формы словаβ
χάρμα
το :
          χάρμα οφθαλμών — приятное зрелище; зрелище(__,__) радующее глаз



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово χάρμα? —


λάτεξπερισσόςσμαραγδήςδηκτήρσύμμειξηντρένιοςέντεχνακαλονάρχημαζαβομάραχωρομετρίααμερικανιστήςπαγοποιείοβλαχόκαλτσαβλαχόφωνοςαυτομόλησίανεροβράζωποτάμιοςφτειάνομαιανθυπομειδίαμαπαλινδρομικόςπαίγνιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit