τεκνοποιητικός

формы словаβ
τεκνοποιητικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τεκνοποιητικός? —


καταφέρωμαίτρσταρλιοτρόπιφούρνισμααγκαλάέπειταλήμμαβάριοξεκούτιασμαβιδωτήριυπερδεξιόςσεισμόμετροουδαμόθενταξιτζούμονόλεπτοςήμεσαακαπήλευτοςαγνάπεριτρέχωκαλώς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit