ανθρωποσωτήρι|ος

формы словаβ
ανθρωποσωτήρι|ος
спасительный; целебный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово спасительный? — ανθρωποσωτήριος
как на (ново)греческом будет слово целебный? — ανθρωποσωτήριος
как с (ново)греческого переводится слово ανθρωποσωτήριος? — спасительный, целебный


μυθιστοριογραφίαπεριηγητήτριααναλύτριαπαλαιολιθικόςαριστερίζωνσιγουράρισμαψίχουλοπαραμιλάωδώνωαστεροειδήςχαρουπάλευροπεπόνιετράφηνστείφτηςουλαμαγόςζερνεκαδέςκαζάνιτεχνολόγοςδωρικόςκλασματικόςελλειμμοτίας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit