άδυτο

формы словаβ
άδυτο
το святилище;
          τά ~α τών αδύτων — святая святых



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово святилище? — άδυτο
как с (ново)греческого переводится слово άδυτο? — святилище


εφηλίδαξεμυτάωνομοθετικόςεπανερχόμενοςμειώνωαπύθμενοςαλογονίδιαπάπιαγνεφτάταεκτριμμαχαζολόγημαχελιδόνιοναπειθώαποτόνωσιςεμφυήςεπηγκενίςαραχναίοςδιαχύνωδιεθνοποιώκακοπίχεροςπαξιμάδι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit