πλάτυνση

формы словаβ
πλάτυνση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πλάτυνση? —


ασκήτριαπροκαρυωτικόπροειδοποιούμαιαθεολόγοςαπόπνιξηαπαίρωάλλαξηοκταήμεροςρωμανιστήςπολυπρόσωποςτειχοποιίαδεκάρικοςγούρλιασμασχόλασηπρομάμμηκλυδωνίζομαιγιουρουστίζάωκαθολικάάτεγκτοςκυμάτισμακοντύλι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit