έπλευσα

формы словаβ
έπλευσα
αόρ. от πλέω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έπλευσα? —


ευφαντασίωτοςαπαλλοτριωθείςκουμαρτζήςαγανάμελανούριτσούλισλεπιτζήςοποιοσδήποτεΑυγούσταυποστατικόςπατσόςανευλάβειαΝοέμβρηςέψιλονχαρτοσημαίνωένθουςκρεατάκιαχειμωνιάζειαλλόπιστοςδιάθρεψησυνιδιοκτήτρια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit