αχίλλει|ος

формы словаβ
αχίλλει|ος
ахиллесов;

===
          ~ πτέρνα — ахиллесова пята



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово ахиллесов? — αχίλλειος
как с (ново)греческого переводится слово αχίλλειος? — ахиллесов


αστάλακτοςμονοκοτολήδονοςακαλανάρχητοςανεπιτίμητοςστίχοςμονογαμικόςλάμπαγαρίζωθεοκρατίαγαλουρίζωμυθιστοριογραφίααγριόξυλοστοκανεβροχιάεξωτικιάπαράλογομισόςχαρτοπέτασματσούρμαοφιοειδήςμεστώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit