χωρογράφ|ος

формы словаβ
χωρογράφ|ος
ο страновед



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово страновед? — χωρογράφος
как с (ново)греческого переводится слово χωρογράφος? — страновед


χαμαλοδουλειάάστροφοςρεμβάζωάρασμαστρατιωτικόςμισθώνωβαμβακόπιττααψηλάφητοςντομπροσύνημίσθωμαμίσθωσηαλληλοκτονίαμύρτοαλεστικάεύθυνσιςακαταχώνιαστοςβώλοςετεροπαθητικήάγρυπνοςπροπηλακισμόςκατηχητής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit