βίζα

формы словаβ
βίζα
η виза;
          ~ εισόδου — виза на въезд



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово виза? — βίζα
как с (ново)греческого переводится слово βίζα? — виза


γιδότοποςήχοςεμβελήςπεριορίσιμοςκαύλαδεντρόψειρασχιζοφρενικόςεγγονήμεροδουλευτήςζυγιάστραμικροεπιχειρηματίαςλίσγοςκαλοκαγαθίαψαρούκοκκινάδιχρηματολογίακουφόςψαλτικόςτριαντάριαυτορρυθμιστήραςκοντάκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit