κατακαλόκαιρο

формы словаβ
κατακαλόκαιρο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κατακαλόκαιρο? —


σύστρεψηεπαναπατρισμόςακριβαγάπητοςταχιάσκυλόμουτροδιπλωματούχοςκαταγομνώνωσκηνήαποικίααγωνοθεσίααπατίκωτοςένδοσιςεμπόριοαναψυχώνωαποινείζευγηλάτηςμίτραφωτοκοίωλινόχρουςοίκοςαρτίσκος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit