μερίζω

формы словаβ
μερίζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μερίζω? —


βιοπαλαίωκολπίσκοςδιεγέρτριασουμαδάκιαςαθωνικόςανακατωσιάρηςσυντεχνίτηςγούνναρηςάστατοςσιμιτζήςκοθορισμένοςαβγοθήκηαπίσσωτοςπολωνόςμετανοιωμόςδιάτονοςαλπικόςασυμμάζωχτοςαπάλαφροςμπουσουλίζωμυδραλλιοβολισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit