οστεομβελίτιδα

формы словаβ
οστεομβελίτιδα
η мед. остеомиелит



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово остеомиелит? — οστεομβελίτιδα
как с (ново)греческого переводится слово οστεομβελίτιδα? — остеомиелит


δουλειάγάμοςοφιοφάγοςβαρελοποιόςπεντακόσιοιτσοντάδικοεκκοπήαμφίβολοςπαράρτημαχειρούργησηλαοκρατικόςεφοδιασηκόςεσφαλμένοςζφάντασμααδήριταάνεσηφτάκοιλοτσουρουφλισμένοςαριστεροχειρίαεξατομίκευση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit