σαμποταριστ|ής

формы словаβ
σαμποταριστ|ής
ο 1) саботажник;
2) диверсант



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово саботажник? — σαμποταριστής
как на (ново)греческом будет слово диверсант? — σαμποταριστής
как с (ново)греческого переводится слово σαμποταριστής? — саботажник, диверсант


αυτοπαινιέμαιμπαρμπούνιεργασμένοςομορφόπαιδοσπαθοειδήςμπαχαρικόξενόφερτοςκροσσωτόςκουρελιάρικοδιπρόσωποςποδοπάνοταλαντευτικόςενύπαρξιςψευτοφιλίαήροντείχισηπροξενητήςαποσπερούπρονομήμουνούχοςφλεβαριάτικος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit