ειδησεογραφικός

формы словаβ
ειδησεογραφικός
информационный;
          ~ό πρακτορείο — информационное агентство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово информационный? — ειδησεογραφικός
как с (ново)греческого переводится слово ειδησεογραφικός? — информационный


ακανθοειδήςσαράκιασμαμουσουλμανισμόςπόντικαςηλεκτρολύωανεγνωρισμένωςσυντηρητικότηταμακαρονοποιείοανεξαίρεταπροαλείφομαιμολόχορτοεικονομάχοςαξιόλογααναπηνιστήςνεράιδασαρκαστήςσυμπαθώυποθέτωμονόςφτώχειανεφρίδιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit