διπλόκωπ|ος

формы словаβ
διπλόκωπ|ος
двухвесельный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двухвесельный? — διπλόκωπος
как с (ново)греческого переводится слово διπλόκωπος? — двухвесельный


λιγοέξοδοςοιωνοσκόποςπρωτομάγεραςαπολυτήριοςκοπανάωμισακάρικοςλεμέςγενικήαδιαφορώχερσοτόπιγάζαδυναμικότηταβαττολογίαανακουφιστικόςαποσπασμένοςιδιολάτριςξεπετάγομαιζαχαριέρασουλάτσοπαντοκράτωραναγορεύω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit