κονσερβαρισμένος

формы словаβ
κονσερβαρισμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κονσερβαρισμένος? —


ξεστομίζωλαπαδιασμένοςπρωτομάρτυραςαπόλυτοςκαταχθονιότητασχολάρχηςμετάληψηαμαλάκυντοςδεκαπεντάωροςκόνξαγναφάλωσηδρομαίοςνομοθέτησηγόβάκιεπίτευξησχοινοβατικόςκοντόσταβλοςφωτεινόςδοσίμετροφόρμαπαρενοχλητικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit