αποδυνάμωμα

формы словаβ
αποδυνάμωμα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αποδυνάμωμα? —


αναμπαίχτρασυμπεφυρμένοςλειψοφέγγαροπράκτοραςκριθαρήσιοςχιονόνερορινοκοπώπολυτεχνισμόςμάτισησταθεροποίησηάγανσφιγκτήραςχιλιόχρονοςεχθέςαρωματικότητακαθυποδουλώνωαποστάκτηςσυγκρατιέμαιφεγγάριπαντζούριαντεξάγω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit