καθαριότητα

формы словаβ
καθαριότητα
η чистота, опрятность;
          διατηρώ (τήν) ~ — соблюдать чистоту



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово чистота? — καθαριότητα
как на (ново)греческом будет слово опрятность? — καθαριότητα
как с (ново)греческого переводится слово καθαριότητα? — чистота, опрятность


πρωτουργόςκεντίζωευκάλυπτοςαπαντητικόδρυόξυλοανδρόγυνηςαστροβολώπιεστικάεπιφέρωξενιτεμόςχωρίζωζωγραφίζομαιόχλοςαιθεροποίησηδίπλακοςελασματοβράγχιοιζαφειρένιοςρινηλασίακυκλάμινοαμφιμασχάλιααποπεμπτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit