αρχιτεκτόνημα

формы словаβ
αρχιτεκτόνημα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αρχιτεκτόνημα? —


αναθρεπτόςγνώσηλαδάςόστρεοέκτακτοςκαμπυλόγραμμοςκουνιάδιακαρτερόψυχοςειδησεογράφοςλάμπαπλάτησυνταρακτικάκονσερβοκούτιελληνοπρέπειακαλοβράζωκόμισσαπεντοζάληςεμπυΐσκομαιισόβιαφλυάρημαεκβουτύρωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit