διμέτωπ|ος

формы словаβ
διμέτωπ|ος
имеющий два фронта;
          ~ πόλεμος (άγων) — война (борьба) на два фронта



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово имеющий два фронта? — διμέτωπος
как с (ново)греческого переводится слово διμέτωπος? — имеющий два фронта


βλαχαντερόχαριτωμένοςσταφυλοκοκκίασηκουτουλιάρικοςφρονηματισμόςυπέρλεπτοςμολύβικώλαροςσοφιστικέαντιμεταρρυθμιστήςονειρευτήςεκνευρίζομαικαλοκαιριάτικαεπαγγέλλομαιεκδικητήςκύβευμαψαλίδωμανομοσχέδιοσακκούλιασμαενσάρκωσηαροχνοβριθής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit