συμπεπιλημέν|ος

формы словаβ
συμπεπιλημέν|ος
свалявшийся (о волосах, шерсти)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово свалявшийся? — συμπεπιλημένος
как с (ново)греческого переводится слово συμπεπιλημένος? — свалявшийся


κώχηυδροσκοπικόςκοντόχαλκοπλαστικήκουτοπόνηροςημεροκάματοοργανοπαίχτηςιδιοφυΐαδωσιδικίαποδηλάτισσαίνωμαεικοσιτετράωροςμεταμορφωτήςαοίδιμοςγρυκόςαποτερματισμόςνεφέλιοκτηνοβάτηςκατανυκτικόςπαραδομένοςεθνοτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit