υδατοσφαίριση

формы словаβ
υδατοσφαίριση
(-εως) η спорт. игра в водное поло



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово игра в водное поло? — υδατοσφαίριση
как с (ново)греческого переводится слово υδατοσφαίριση? — игра в водное поло


φαντασμαγορικόςλεύκωμαμαργαρίτηςάφωτοςμεγαλύτεροςημισκοτεινόςπαιδογονίααλαφροκέφαλοςοστεωδυνίαεμβολιαστήςφαρμακοκινητικόςκακάοπαράπονοσιδεράδικοαυτομουτζώνομαιριζοσπάστηςαπειροστημόριοεκπύημααυτομάθειααξάνοιχτοςαποτηγανίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit