έπεισα

формы словаβ
έπεισα
αόρ. от πείθω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έπεισα? —


εδωδιμοπωλείοαραδίζομαιαφελκυστήραςσυσπειρωμένοςεπιτηδεύομαιετυμολόγοςγρουσούζασυγκριτικάμουστόπιτταπυλωρόςαγορήτριαοροθεσίααναζήτησηπρογραμματίζωακούμπωταηγούμενοςαναδανεισμόςαμαξουργόςκαπελλάςμπαλλόνιπονεντομαΐστρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit