Ολλανδία

формы словаβ
Ολλανδία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово Ολλανδία? —


διαβολίζωτετράπλευροευάρεστοςαὑαίνωπαγιδεύωγαλακτοβιομηχανίαιστιοδρομώαστράγαλοςτελεσφορώκωλοχανείουποβαστακτικόςμισόςπροληπτικάλιθογλυφίαμέλασσααναβρύζωνοησιοκρατίασυνεισηγητήςχειροκροτητήςπαππουδίστικοςπιθηκάνθρωπος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit