σύναπάντηση

формы словаβ
σύναπάντηση
(-εως) η (случайная, неожиданная) встреча;
          έρχομαι στό ~ — идти навстречу;
          είμαι ευτυχής δι' αυτό τό ~ημα — [phrase]я рад этой (неожиданной) встрече[/phrase];
          καλό (κακό) ~ημα — добрая (зловещая) встреча



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово встреча? — σύναπάντηση
как с (ново)греческого переводится слово σύναπάντηση? — встреча


κουβεντιάζωάπαυτοςκινηματογραφικόςαπλοποίησηκωλοεφημερίδαχιλιάρχηςαξενάγητοςκώχιασμαχερικόαναιρετήριοςστραβοκοιτάζωχρηματιστηριακόςαφουγκράζομαικαλάμιστενοχωρέωσύμφωνοςλάσκανυχιάζωεμφιάλωσηασχημόλογοκόρτε




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit