αλληλοδιδακτικός

формы словаβ
αλληλοδιδακτικός
взаимно обучающий;
          ~ή μέθοδος — метод взаимного обучения



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово взаимно обучающий? — αλληλοδιδακτικός
как с (ново)греческого переводится слово αλληλοδιδακτικός? — взаимно обучающий


επιδεινωτικόςφυτίστρααπηλογάμαιφρενολογικόςγλάνοςκλεψίτυποκλαγγήξεσηκώνομαιεκσπερματίζομαιγαλαχτίζωσκουντούφληςναργιλέςλεωφορείοαφριάπεντηκονταετήςοινοβιομηχανίαθαλαμικόςσαγονιάαναλφαβητικόςσκεπτικίστριαφτειάσιμο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit