ελληνίστρια

формы словаβ
ελληνίστρια
η эллинистка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово эллинистка? — ελληνίστρια
как с (ново)греческого переводится слово ελληνίστρια? — эллинистка


οξειδωτήςκαμηλιέρηςαστένευτακρονόληροςδίχρωμοςπιστομητόςγρέζατεκμηριώνομαιαπαξίωσηφουχτώνωαμπαλλάρισμασυλλογικότηταευωδιαστόςεπείγονταυπογάστριοςσυναθλητήςαναγλύφωσανιδόφρακτοςλογοπαικτώπλατάνιαγγελιοδοσία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit