συνεκτικά

формы словаβ
συνεκτικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνεκτικά? —


πρωτογενήςαυτομόλησίαπόθενκιάλιακαρδιακόςαστάθμητοςρυμουλκούμενοςγλυκοφέγγωπροσαγορεύωστρακαστρούκααγουροξύπνητοςηλεκτροπαραγωγόςεκτέλεσηχονδροενδήςμαγνητισμόςπανέμορφοςαποτραβώαδευτέριστοςαφρόπλαστοςαποστέριοςαντιδογματικά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit