λογικεύω

формы словаβ
λογικεύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λογικεύω? —


αποφαλακρώνωεκδοράχαλεπότηταανεμούριοεξωκυττάρωσηαψόφιστοςσταυρωμένοςμηδαμινότηταακαλογίνωτοςανάτασηαρτηριοπάθειασταλικώνωχαμάληςτυμπανίζωενυπνιάζομαιομόρρυθμοςπροσχώνομαιουαπονηστεύωαπηλιώτηςιμπρεσάριος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit