δρομαίως

формы словаβ
δρομαίως



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δρομαίως? —


γάδοςαντασθματικόςκαλέέξαφναφαντασμαγορίααποτραβιέμαισύσφιξηεβδομηκοντοετίαεξανθράκωσησωροβολιάζομαιενανθράκωσηεκλειγμαχασοφεγγαριάξεπαγώνωμακροπρόσωποςχιονοθύελλααδόκιμααλλαξιθρησκείααστένευταλειχήνααυτοανάλυση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit