γλυκύλαλος

формы словаβ
γλυκύλαλος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово γλυκύλαλος? —


εκκωφαντικόςκαψάλισμαγεφυρικόςθαλπερόςαναξηραίνωερημίτισσαγενικευτικόςπρανήςσπυριάζωντέκάλυμμασυνωμότιςαρχιδικαστήςαγοθόπιστοςοσμανικόςχλωροσταφιδίτηςυποδιδάσκαλοςεμπρέπειολιγωρώναρκομανήςετυμολογία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit